Untitled










Οικισμοί γύρω από τη λίμνη
Οικισμοί γύρω από τη λίμνη

Άγιος Παντελεήμονας: Η προνομιακή θέση του χωριού στη νοτιοδυτική όχθη της Βεγορίτιδας, η χαρακτηριστική μεσαιωνική ρυμοτομία (πυκνή δόμηση, φιδωτοί και στενοί δρόμοι) και η πλούσια πολιτιστική παράδοση καθιστούν τον Άγιο Παντελεήμονα ένα από τα ομορφότερα χωριά της περιοχής. Η ιδιαίτερη φυσιογνωμία και η μακραίωνη πολιτιστική κληρονομιά του χωριού αποτυπώνονται στα μνημεία και τους αρχαιολογικούς που υπάρχουν στα όρια του οικισμού. Οι προϊστορικοί οικισμοί και το νεκροταφείο της Εποχής του Σιδήρου στον κάμπο ανάμεσα στις δυο λίμνες αποτελούν τα αρχαιότερα δείγματα κατοίκησης στην περιοχή. Η ιστορική συνέχεια των κατοίκων αποτυπώνεται σε νεότερα μνημεία όπως ο ανεμόμυλος, η παλιά εκκλησία της Αγίας Παρασκευής και ο ναός του Αγίου Παντελεήμονα, ο οποίος χρονολογείται στα 1729 και αποτελούσε το καθολικό παλαιάς μονής που καταστράφηκε από την άνοδο της στάθμης των νερών της λίμνης. Βασική παραγωγική δραστηριότητα για τους σύγχρονους κατοίκους του Αγίου Παντελεήμονα, εκτός φυσικά από την αλιεία που σχετίζεται άμεσα με τη λίμνη, αποτελεί η αμπελοκαλλιέργεια. Η παραδοσιακή αυτή οικονομική δραστηριότητα των κατοίκων, με την καλλιέργεια κυρίως της ποικιλίας ξινόμαυρο, έχει τα τελευταία χρόνια εξελιχθεί σε δυναμικό αναπτυξιακό παράγοντα, αφού τα τοπικά οινοποιεία παράγουν σημαντικές ποσότητες οίνου ονομασίας προελεύσεως.

Πέτρες: Το ειδυλλιακό τοπίο της βόρειας όχθης της λίμνης των Πετρών αποτέλεσε προνομιακό χώρο για την ανάπτυξη της ανθρώπινης δραστηριότητας ήδη από την αρχαιότητα, όπως μαρτυρούν τα σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα από τη ελληνιστική πόλη στο λόφο «Γκραντίστα», αλλά και τα λείψανα της ρωμαϊκής και παλαιοχριστιανικής περιόδου μέσα στο σύγχρονο οικισμό. Ο αγροτοποιμενικός χαρακτήρας του χωριού - με παραγωγή φακής, σταφυλιών, λιναριού, ψαριών, λειτουργία νερόμυλων - καταγράφεται σε τουρκική απογραφή του 1481, όπου ο οικισμός αναφέρεται με το όνομα «Πετρισκός» και στον οποίο κατοικούσαν συνολικά 67 οικογένειες. Οι Πέτρες διατηρούν τα χαρακτηριστικά αυτά, αφού η αμπελοκαλλιέργεια, η αλιεία και η παραγωγή κρεμμυδιών αποτελούν τις βασικές παραγωγικές δραστηριότητες των 444 σημερινών κατοίκων του χωριού. Με αφετηρία τις Πέτρες, σήμερα ο επισκέπτης μπορεί να περιηγηθεί στο χρόνο και το αξεπέραστο φυσικό περιβάλλον της περιοχής κάνοντας το γύρο της ομώνυμης λίμνης με τα πόδια, το ποδήλατο ή το αυτοκίνητο. Σε αυτήν την πορεία θα έχει τη συντροφιά περίπου 130 ειδών σπάνιων πουλιών όπως η λαγγόνα, η νανόχηνα και το χρυσογέρακο, τα οποία διαβιούν σε ένα ιδιαίτερο οικοσύστημα χαρακτηρισμένο ως Περιοχή Κοινοτικού Ενδιαφέροντος από το Ευρωπαϊκό Οικολογικό Δίκτυο Natura 2000.

Βεγόρα: Ο οικισμός στη νοτιοδυτική όχθη της Βεγορίτιδας αποτελεί σήμερα ένα από τα Δημοτικά Διαμερίσματα του Δήμου Φιλώτα Φλώρινας. Στις παρυφές του χωριού και σε άμεση σχέση με τη λίμνη έχουν εντοπιστεί λείψανα της ανθρώπινης παρουσίας, τα οποία χρονολογούνται από τη Νεολιθική και την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού (τοποθεσίες Νησί, Τσαϊρια, Γκαγιά, Μέτλα), ενώ ερείπια ελληνιστικών, ρωμαϊκών και βυζαντινών αρχαιοτήτων πιστοποιούν τη διαχρονική σημασία της περιοχής, η οποία ενισχύθηκε και από τη διέλευση της Εγνατίας Οδού. Ορισμένοι ερευνητές, μάλιστα, επιχειρούν να ταυτίσουν τις πόλεις Λεβαία και Βοκερία της αρχαίας Εορδαίας με κάποιες από αυτές τις εγκαταστάσεις, στηριζόμενοι και στις ιστορικές αναφορές αρχαίων συγγραφέων. Οι σύγχρονοι κάτοικοι της Βεγόρας - προερχόμενοι από διάφορες περιοχές του Πόντου και της Μικράς Ασίας - εγκαταστάθηκαν στο χωριό μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1924. Οι παραγωγικές τους δραστηριότητες καθιστούν τη Βεγόρα μια από τις πιο δυναμικές αγροτικές κοινότητες της περιοχής, με έμφαση κυρίως στις καλλιέργειες οπωροφόρων δένδρων (ροδάκινα, μήλα), αμπελιών, σπαραγγιών.

Μανιάκι: Κτισμένο στη νοτιοανατολική όχθης της Βεγορίτιδας, το Μανιάκι αποτελεί ένα από τα παραλίμνια Δημοτικά Διαμερίσματα του Δήμου Φιλώτα Φλώρινας. Ήδη από την προϊστορική εποχή αποτέλεσε χώρο ανάπτυξης των ανθρώπινων παραγωγικών δραστηριοτήτων, όπως μαρτυρούν τα λείψανα της προϊστορικής εγκατάστασης της Ύστερης Εποχής του Χαλκού και της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου στην τοποθεσία Κηπάκια, ενώ στην τοποθεσία Κιοσελέρ Οβασί, έχουν εντοπιστεί ευρήματα των ύστερων ελληνιστικών και ρωμαϊκών χρόνων. Οι σημερινοί κάτοικοι του χωριού - προσφυγικής κυρίως καταγωγής - ασχολούνται εντατικά με τις καλλιέργειες μήλου και ροδακίνου, ενώ η μορφολογία της γύρω περιοχής ευνοεί και την ανάπτυξη κτηνοτροφικών δραστηριοτήτων. Οι παραδόσεις και οι μνήμες από τις χαμένες πατρίδες αναβιώνουν κάθε χρόνο στις εκδηλώσεις που διοργανώνονται στις 9 - 10 Φεβρουαρίου, γιορτή του προστάτη του χωριού Αγ. Χαραλάμπους, αλλά και στις πολιτιστικές δραστηριότητες του καλοκαιριού.

Φαράγγι: Ο οικισμός, που σήμερα ανήκει στα διοικητικά όρια του Δήμου Φιλώτα Φλώρινας, βρίσκεται στην ανατολική όχθη της Βεγορίτιδας. Τα λείψανα οικισμού και νεκροταφείων της κλασικής, ελληνιστικής και ρωμαϊκής περιόδου στις τοποθεσίες Παλιοχώρι και Σαράντα Καμάρες έχουν οδηγήσει κάποιους ερευνητές στην ταύτιση των συγκεκριμένων αρχαιοτήτων με την πόλη Βοκερία των αρχαίων συγγραφέων, από την οποία πήρε και το όνομά της η λίμνη. Επιπλέον, είναι πιθανόν ένα κομμάτι της αρχαίας Εγνατίας Οδού να περνούσε από τη στενή φυσική δίοδο της περιοχής με κατεύθυνση προς τον κάμπο του Αμυνταίου. Το Φαράγγι αποτέλεσε τη νέα πατρίδα για τους πρόσφυγες που ήρθαν το 1918 από τη Μικρά Ασία και συγκεκριμένα από την περιοχή της Τρωάδας. Οι κύριες παραγωγικές τους δραστηριότητες είναι η αλιεία και η καλλιέργεια ροδάκινων, μήλων, αμπελιών, σιτηρών και καλαμποκιού. Κάθε χρόνο την Πρωτομαγιά, στην τοποθεσία «Λιβάδια» δίπλα στο ποτάμι που κατεβαίνει από το Βέρμιο, οργανώνεται από τους κατοίκους του χωριού λαϊκό παραδοσιακό γλέντι.

Πύργοι: Βρίσκονται σε υψόμετρο 700 μέτρων, στο ΒΑ άκρο του νομού Κοζάνης προς τα όρια με τους νομούς Φλώρινας και Πέλλας, στις ΒΔ πλαγιές του όρους Βερμίου. Η ίδρυση του οικισμού ανάγεται στα προϊστορικά χρόνια. Ο ιστορικός Μαργαρίτης Δήμιτσας θεωρεί ότι τα ερείπια της ισχυρής ακροπόλεως που έχουν ανασκαφτεί 3 χιλ. ανατολικά του σημερινού χωριού σε οχυρό ύψωμα, μεταξύ δύο χειμάρρων, ανήκουν στην πόλη Εορδαία, πρωτεύουσας της ομώνυμης αρχαίας χώρας. Νοτιότερα υπάρχουν ίχνη ενός πύργου πάνω σε έναν μικρό λόφο, καθώς και δύο οχυρά από τα οποία ήταν δυνατή η εποπτεία ολόκληρης της γύρω περιοχής. Μία από τις σημαντικότερες αρχαιότητες της περιοχής είναι ο Μακεδονικός Τάφος των Πύργων Εορδαίας. Πρόκειται για μονοθάλαμο μακεδονικό τάφο που φράζονταν με λιθόπλινθο, ενώ μπροστά στην είσοδο είχε διαμορφωθεί αυλή με τοίχους που διασώθηκε μόνο από την μία πλευρά. Συγχρόνως τα ευρήματα από το κοσκίνισμα του χώματος κοντά στο δάπεδο χρονολογούν με μεγαλύτερη ακρίβεια το μνημείο στο δεύτερο μισό του 4ου αιώνα. Από τα σκεύη και τα αντικείμενα που βρέθηκαν από ασύλητη ταφή ή ανακομιδή οδήγησαν στο συμπέρασμα πως ο μακεδονικός τάφος των Πύργων, που άνηκε σε πλούσια οικογένεια, συγκαταλέγεται στους πρώιμους μακεδονικούς και το γεγονός αυτό αποδεικνύει την εύρωστη οικονομική κατάσταση της περιοχής.

Περαία: Αποτελεί ένα από τα Δημοτικά Διαμερίσματα του Δήμου Βεγορίτιδας Πέλλας και βρίσκεται στην ανατολική όχθη της λίμνης. Οι κάτοικοι - πρόσφυγες από τη Μικρή Ασία και κυρίως από την περιοχή της Προύσας - ασχολούνται σχεδόν αποκλειστικά με τη γεωργία, την αλιεία και την κτηνοτροφία εκμεταλλευόμενοι τα φυσικά πλεονεκτήματα της περιοχής. Πλεονεκτήματα, τα οποία δεν αγνόησαν και οι άνθρωποι της Νεολιθικής Εποχής, γεγονός που πιστοποιείται από τα λείψανα προϊστορικής θέσης βόρεια της εκκλησίας των Αγίων Θεοδώρων. Από τον οικισμό μεταξύ των άλλων έχουν περισυλλεγεί λίθινα και οστέινα εργαλεία, θραύσματα πήλινων διακοσμημένων και ακόσμητων αγγείων, με χαρακτηριστικότερο αυτό που μιμείται το σχήμα βάρκας. Εκεί κάθε χρόνο την άνοιξη φιλοξενείται τοπική γιορτή - προσκύνημα στο ομώνυμο ξωκλήσι και στο παρακείμενο αγίασμα, ενώ το καλοκαίρι οι κάτοικοι της Περαίας οργανώνουν πολιτιστικές εκδηλώσεις προς τιμήν των Μικρασιατών προσφύγων.

Άρνισσα: Αποτελεί το διοικητικό και οικονομικό κέντρο της ανατολικής Βεγορίτιδας και έδρα του Δήμου Βεγορίτιδας του Νομού Πέλλας. Η περιοχή κατοικείται ήδη από την προϊστορική εποχή, όπως μαρτυρούν ευρήματα της Εποχής του Χαλκού και της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου, με σημαντικότερα αυτά που έχουν αποσπασματικά ανασκαφεί στο Δρένοβο και στο Ναυτικό Όμιλο. Η αρχαία πόλη Άρνισσα αναφέρεται και από τον Θουκυδίδη, χωρίς όμως οι σύγχρονοι ερευνητές να συμφωνούν για την ταύτισή της με το σύγχρονο οικισμό. Στα μεσαιωνικά χρόνια ο οικισμός ονομάστηκε Όστροβο και ενδεχομένως ταυτίζεται με το κάστρο στο λόφο και τη χερσόνησο του Σουτ Μπουρούν, ενώ στην περιφέρεια της σημερινής πόλης σώζονται λείψανα της Οθωμανικής περιόδου, με χαρακτηριστικότερο το τζαμί στη θέση «Νησί». Η οικονομική δραστηριότητα των σύγχρονων κατοίκων της Άρνισσας επικεντρώνεται κυρίως στις δενδροκαλλιέργειες (μηλιές, κερασιές, ροδακινιές), ενώ υπάρχουν επίσης 12 βιοτεχνίες, μεταξύ των οποίων και ο Γυναικείος Συνεταιρισμός Άρνισσας, που κατασκευάζει πατροπαράδοτα γλυκά του κουταλιού, τουρσιά, πάπρικα και κομπόστες. Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται δυναμική ανάπτυξη του τομέα της παροχής υπηρεσιών φιλοξενίας επισκεπτών, με την παράλληλη εκμετάλλευση των δυνατοτήτων που παρέχουν το κοντινό χιονοδρομικό κέντρο του Καϊμάκτσαλαν και ο παραδοσιακός οικισμός του Αγίου Αθανασίου.